Τώρα που οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν πιστεύουν πλέον στον πόλεμο, τώρα που δεν εμπιστεύονται πλέον τον Μπους και την κυβέρνησή του, τώρα που η απόδειξη της απάτης του έχει γίνει συντριπτική (τόσο συντριπτική, ώστε ακόμα και τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης, καθυστερημένα πάντοτε, άρχισαν να καταγράφουν την αγανάκτηση) μπορούμε να αναρωτηθούμε: πώς έγινε και τόσοι άνθρωποι εξαπατήθηκαν τόσο εύκολα; Το ερώτημα είναι σημαντικό, επειδή θα μπορούσε να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το γιατί οι Αμερικανοί έσπευσαν να διακηρύξουν την υποστήριξή τους αμέσως μόλις ο πρόεδρος έστειλε στρατεύματα στο Ιράκ. Στις 28 Ιανουαρίου του 2010 πέθανε στα 87 του χρόνια ο σπουδαίος Αμερικανός ιστορικός Χάουαρντ Ζιν. Ο Χάουαρντ Ζιν ήταν μια κριτική φωνή της ριζοσπαστικής αμερικανικής Αριστεράς, ένας αγωνιστής διανοούμενος, ένας ακάματος πολιτικός ακτιβιστής, μαχητικός εκπρόσωπος του φιλειρηνικού κινήματος ήδη από τον καιρό του πολέμου στο Βιετνάμ. Ηταν ταυτόχρονα ο ιστορικός που ξανάγραψε την αμερικανική ιστορία, αυτή τη φορά όχι από τη σκοπιά των ισχυρών, των κυρίαρχων ελίτ και των κυβερνήσεων, αλλά από εκείνη των ιθαγενών, των δούλων, των μαύρων, των θυμάτων των γενοκτονιών και των φυλετικών διακρίσεων, των εργατών και των καταπιεζόμενων. Στο σπουδαίο έργο του «Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών» (εκδόσεις «Αιώρα», 2005) συνδυάζει θαυμάσια την αυστηρότητα του επιστήμονα ερευνητή με το πάθος του πολιτικού αγωνιστή και ανιχνεύει στο παρελθόν μια ανεξάντλητη πηγή σοφίας, ικανή να εμπνέει τους σημερινούς αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη. Εις μνήμην του μεγάλου Αμερικανού ιστορικού παρουσιάζουμε ένα αντιπροσωπευτικό κείμενό του, που δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Peacereporter» τον Μάρτιο του 2006.
Ενα μικρό παράδειγμα της αφέλειας (ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, της δουλικότητας) του Τύπου είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτός αντέδρασε στην παρουσίαση που έκανε ο Κόλιν Πάουελ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 2003, ένα μήνα πριν από την εισβολή. Ενας λόγος που μπορεί να καταγραφεί ως η ανώτερη επίδοση ψευδολογίας που διατυπώθηκε μεμιάς. Σε αυτόν τον λόγο ο Πάουελ αράδιασε εμπιστευτικά τις «αποδείξεις» του: φωτογραφίες από δορυφόρους, ηχογραφήσεις, εκθέσεις πληροφοριοδοτών, με ακριβείς μετρήσεις για το πόσα λίτρα υπήρχαν από το ένα ή το άλλο υλικό που ήταν φτιαγμένο ειδικά για ένα χημικό πόλεμο. Η εφημερίδα «New York Times» έμεινε άφωνη από θαυμασμό. Το κύριο άρθρο της «Washington Post» είχε τίτλο «Αναμφισβήτητο» και υποστήριζε ότι μετά τον λόγο του Πάουελ «είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς μπορεί κανείς να αμφιβάλλει ότι το Ιράκ διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής».
Νομίζω ότι υπάρχουν δύο λόγοι, που έχουν τις ρίζες τους στην εθνική μας κουλτούρα και που βοηθούν να κατανοήσουμε το γιατί ο Τύπος και οι πολίτες φάνηκαν ευάλωτοι απέναντι σε προσβλητικά ψεύδη, οι συνέπειες των οποίων οδήγησαν στον θάνατο δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε αυτούς τους λόγους, μπορούμε να προστατευτούμε ενάντια στο ενδεχόμενο να μας εξαπατήσουν και πάλι.
Μια αιτία έγκειται στη χρονική διάσταση, και είναι η απουσία της ιστορικής προοπτικής. Η άλλη έγκειται στη χωρική διάσταση, και είναι μια ανικανότητα να σκεφτόμαστε έξω από τα όρια του εθνικισμού, είναι η πεποίθηση που θεωρεί αλαζονικά ότι αυτή η χώρα είναι το κέντρο του Σύμπαντος και είναι εξαιρετικά ενάρετη, θαυμαστή, ανώτερη. Αν δεν γνωρίζουμε την Ιστορία, είμαστε κρέας έτοιμο για τους σαρκοφάγους πολιτικούς, για τους διανοούμενους και τους δημοσιογράφους που προμηθεύουν το πιο ακονισμένο μαχαίρι. Δεν μιλώ για την Ιστορία που μαθαίνουμε στο σχολείο, μια Ιστορία που ευνοεί τους πολιτικούς μας ηγέτες, από τους θαυμαστούς πατέρες του έθνους ώς τους πιο πρόσφατους προέδρους. Εννοώ μια Ιστορία που είναι έντιμη με το παρελθόν. Αν δεν γνωρίζουμε αυτή την Ιστορία, τότε οποιοσδήποτε πρόεδρος μπορεί να υψώσει τη φωνή του μπροστά στα μικρόφωνα, να δηλώσει ότι πρέπει να πάμε στον πόλεμο και εμείς δεν θα έχουμε τις αναγκαίες βάσεις για να τον αμφισβητήσουμε. Θα πει ότι το έθνος βρίσκεται σε κίνδυνο, ότι απειλούνται η δημοκρατία και η ελευθερία και ότι οφείλουμε επομένως να στείλουμε καράβια και αεροπλάνα για να καταστρέψουμε τον εχθρό μας και εμείς δεν θα έχουμε λόγο να μην τον πιστέψουμε.
Αν όμως γνωρίζουμε λίγη Ιστορία, αν ξέρουμε πόσες φορές οι πρόεδροι έχουν κάνει παρόμοιες δηλώσεις στη χώρα και πώς αυτές οι δηλώσεις αποκαλύφθηκαν ψευδείς, τότε δεν θα εξαπατηθούμε. Μολονότι μερικοί από μας μπορούν να υπερηφανεύονται ότι δεν εξαπατήθηκαν ποτέ, σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να αποδεχθούμε ως πολιτικό μας χρέος την ευθύνη να υπερασπιζόμαστε τους συμπολίτες μας από τα ψεύδη των υψηλών αξιωματούχων μας.
Ας υπενθυμίσουμε σε όσους μπορούμε ότι ο πρόεδρος Πολκ είπε ψέματα στο έθνος για τους λόγους του πολέμου εναντίον του Μεξικού το 1846. Ο πόλεμος δεν έγινε επειδή «το αμερικανικό αίμα χύθηκε στο αμερικανικό έδαφος», αλλά επειδή ο Πολκ και η δουλοκτητική αριστοκρατία επιθυμούσαν ζωηρά το μισό Μεξικό. Ας σημειώσουμε ότι ο πρόεδρος Μακίνλεϊ είπε ψέματα το 1898 για τους λόγους της εισβολής στην Κούβα. Είπαν τότε ότι ήθελαν να απελευθερώσουν τους Κουβανούς από τον ισπανικό έλεγχο, αλλά η αλήθεια είναι ότι ήθελαν την Ισπανία έξω από την Κούβα, έτσι ώστε το νησί να μπορέσει να υποδεχθεί την United Fruit και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις. Ψέματα είπαν και για τους λόγους του πολέμου στις Φιλιππίνες, δηλώνοντας ότι ήθελαν να «εκπολιτίσουν τις Φιλιππίνες», ενώ ο αληθινός λόγος ήταν η κατοχή ενός πολύτιμου κομματιού γης στον μακρινό Ειρηνικό, έστω και αν έπρεπε να σκοτωθούν εκατοντάδες χιλιάδες Φιλιππινέζοι προκειμένου να υλοποιηθεί αυτός ο στόχος.
Ο πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον -που τόσο συχνά περιγράφεται στα βιβλία της Ιστορίας μας ως «ιδεαλιστής»- είπε ψέματα για τους λόγους που μπήκαμε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, λέγοντας ότι ήταν ένας πόλεμος «για να καταστήσουμε τον κόσμο ασφαλή με τη δημοκρατία», ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένας πόλεμος για να καταστήσουμε τον κόσμο ασφαλή για τις αυτοκρατορικές εξουσίες της Δύσης.
Ο Χάρι Τρούμαν είπε ψέματα όταν δήλωσε ότι η ατομική βόμβα ρίχτηκε στη Χιροσίμα επειδή ήταν «ένας στρατιωτικός στόχος». Ολοι είπαν ψέματα για το Βιετνάμ: ο Κένεντι για την επέκταση της εμπλοκής μας, ο Τζόνσον για τον κόλπο του Τονκίν, ο Νίξον για τους μυστικούς βομβαρδισμούς στην Καμπότζη, δηλώνοντας ότι ήταν για να κρατήσουν το Νότιο Βιετνάμ ελεύθερο από τον κομμουνισμό, ενώ στην πραγματικότητα ήθελαν να κρατήσουν το Νότιο Βιετνάμ ως εμπροσθοφυλακή στην ασιατική ήπειρο. Πιο πρόσφατα, ο Ρέιγκαν είπε ψέματα για την εισβολή στη Γρενάδα δηλώνοντας ότι ήταν μια απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πατέρας Μπους είπε ψέματα για την εισβολή στον Παναμά, οδηγώντας στον θάνατο χιλιάδες άμαχους πολίτες αυτής της μικρής χώρας. Και είπε και πάλι ψέματα για τους λόγους της επίθεσης στο Ιράκ το 1991. Είπε ότι το έκανε για να υπερασπιστεί την ακεραιότητα του Κουβέιτ (μπορείτε να φανταστείτε τον Μπους θλιμμένο για την κατάληψη του Κουβέιτ από το Ιράκ;), ενώ το έκανε μάλλον για να επιβεβαιώσει την ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή που είναι τόσο πλούσια σε πετρέλαιο. Με δεδομένο το συντριπτικό ρεκόρ ψεμάτων που λέχθησαν για να δικαιολογήσουν τους πολέμους, πώς μπορούμε ακούγοντας τον γιο Μπους να τον πιστέψουμε, όταν περιγράφει τους λόγους της εισβολής στο Ιράκ; Δεν θα 'πρεπε ενστικτωδώς να εξεγερθούμε εναντίον της θυσίας ζωών για το πετρέλαιο;
Ο μύθος της εθνικής υπεροχής
Μια προσεκτική επανερμηνεία της Ιστορίας μπορεί να μας δώσει μια άλλη προστασία ενάντια στον κίνδυνο να εξαπατηθούμε. Θα καθιστούσε σαφές ότι πάντοτε υπήρχε και σήμερα υπάρχει μια βαθιά σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στην κυβέρνηση και στον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η σκέψη τρομάζει τους περισσότερους ανθρώπους, επειδή αντιβαίνει σε όλα όσα μας έχουν διδάξει. Οδηγηθήκαμε να πιστέψουμε ότι, ήδη από την αρχή, όταν οι πατέρες του έθνους μας το έγραψαν στο προοίμιο του Συντάγματος, ήμασταν «εμείς», ο «λαός» που καθόρισε τη νέα κυβέρνηση μετά την Επανάσταση.
Οταν ο διακεκριμένος ιστορικός Τσαρλς Μπίαρντ σημείωνε, πριν από εκατό χρόνια, ότι το Σύνταγμα δεν εκπροσωπούσε τους εργαζόμενους ούτε τους σκλάβους, αλλά τους ιδιοκτήτες σκλάβων, τους εμπόρους και τους επιχειρηματίες, έγινε ο στόχος ενός οργισμένου κύριου άρθρου των «New York Times».
Η κουλτούρα μας απαιτεί, με την ίδια τη γλώσσα της, μια κοινότητα που μας συνδέει τον έναν με τον άλλον. Δεν πρέπει να μιλάμε για τάξεις. Μόνον οι μαρξιστές μιλούν, αν και ο Τζέιμς Μάντισον, ο «πατέρας του Συντάγματος», έλεγε τριάντα χρόνια πριν γεννηθεί ο Μαρξ ότι υπήρχε μια αναπόφευκτη σύγκρουση στην κοινωνία ανάμεσα σε όποιον κατείχε ιδιοκτησία και σε όποιον δεν κατείχε. Οι τωρινοί ηγέτες μας δεν είναι τόσο ειλικρινείς. Μας βομβαρδίζουν με φράσεις όπως «εθνικό συμφέρον», «εθνική ασφάλεια», «εθνική άμυνα», λες και όλες αυτές οι έννοιες εφαρμόζονται όμοια σε όλους εμάς, λευκούς ή έγχρωμους, πλούσιους ή φτωχούς, λες και η Τζένεραλ Μότορς και η Χαλιμπάρτον έχουν τα ίδια συμφέροντα με τους υπόλοιπους, λες και ο Τζορτζ Μπους έχει τα ίδια συμφέροντα με τους νέους ανθρώπους που στέλνει στον πόλεμο. Σίγουρα, στην ιστορία των ψεμάτων που έχουν ειπωθεί στον πληθυσμό, αυτό είναι το πιο μεγάλο ψέμα.
Στην ιστορία των μυστικών που έχουν κρατηθεί κρυφά από τους Αμερικανούς αυτό είναι το πιο μεγάλο μυστικό: το ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχουν διαφορετικές τάξεις με διαφορετικά συμφέροντα. Το να το παραγνωρίζουμε αυτό, το να μη γνωρίζουμε ότι η ιστορία της χώρας μας είναι ιστορία δουλοκτήτη εναντίον δούλου, ιδιοκτήτη εναντίον ενοικιαστή, επιχείρησης εναντίον εργαζόμενου, πλούσιου εναντίον φτωχού, μας καθιστά ανυπεράσπιστους απέναντι στα ψέματα που μας λένε εκείνοι που βρίσκονται στην εξουσία. Αν εμείς, ως πολίτες, αρχίσουμε να κατανοούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι εκεί πάνω -ο πρόεδρος, το Κογκρέσο, το Ανώτατο Δικαστήριο, όλοι αυτοί οι θεσμοί που παριστάνουν ότι είναι θεσμοί «ελέγχου και εξισορρόπησης»- δεν έχουν στην καρδιά τους τα συμφέροντά μας, τότε κατευθυνόμαστε προς τον δρόμο της αλήθειας. Το να το αγνοούμε μας καθιστά ανυπεράσπιστους απέναντι σε αποφασισμένους ψεύτες.
Υπάρχει και ένας άλλος λόγος εξαιτίας του οποίου το κοινό είναι ευάλωτο στις απάτες της κυβέρνησης, και αυτός είναι η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση -όχι από τη γέννηση αλλά από το εκπαιδευτικό σύστημα και από την κουλτούρα μας γενικά- ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια ιδιαίτερα ενάρετη χώρα. Αρχίζει αμέσως, από το δημοτικό σχολείο, όταν υποχρεωνόμαστε να «υποσχόμαστε υπακοή» (πριν καν γνωρίσουμε το νόημά της), καθώς μας αναγκάζουν να διακηρύσσουμε ότι είμαστε ένα έθνος με «ελευθερία και δικαιοσύνη για όλους». Επειτα έρχονται οι αναρίθμητες τελετές, στα γήπεδα του μπέιζμπολ ή παντού, όπου περιμένουν από μας να σταθούμε όρθιοι και να σκύψουμε το κεφάλι μας στη διάρκεια του εθνικού ύμνου, για να δηλώσουμε ότι είμαστε «η γη της ελευθερίας και η κατοικία των θαρραλέων» (τα παιδιά που δεν απαγγέλλουν την υπόσχεση θα έχουν προβλήματα και στα πρόσωπα που δεν στέκονται όρθια κατά τη διάρκεια του εθνικού ύμνου θα ριχτούν εχθρικά βλέμματα). Υπάρχει και ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος, το «God Bless America», και σε κοιτάζουν με καχυποψία αν αναρωτηθείς γιατί θα πρέπει να περιμένουμε ότι ο Θεός θα επιλέξει αποκλειστικά αυτό το έθνος -που είναι το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού- για να το ευλογήσει. Αν το σημείο αφετηρίας για να αξιολογήσεις τον κόσμο γύρω σου είναι η σταθερή πεποίθηση ότι αυτό το έθνος είναι κατά κάποιον τρόπο προικισμένο από τη Θεία Πρόνοια με μοναδικές ιδιότητες, που το καθιστούν ηθικά ανώτερο από κάθε άλλο έθνος πάνω στη Γη, τότε πιθανόν δεν θα αμφιβάλλεις για τον πρόεδρο, όταν αυτός λέει ότι στέλνουμε τα στρατεύματά μας εκεί ή αλλού ή βομβαρδίζουμε τον ένα ή τον άλλο στόχο με σκοπό να υπερασπιστούμε τις αξίες μας -τη δημοκρατία, την ελευθερία και, μην ξεχνάμε, την ελεύθερη επιχείρηση- σε κάποιο μέρος του κόσμου (κυριολεκτικά) εγκαταλελειμμένο από τον Θεό.
Γίνεται αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε ορισμένα γεγονότα που κλονίζουν την ιδέα ενός μοναδικού ενάρετου έθνους, αν θέλουμε να προστατέψουμε τους εαυτούς μας και τους συμπολίτες μας ενάντια στις πολιτικές που θα είναι καταστροφικές όχι μόνο για τους άλλους ανθρώπους αλλά και για τους Αμερικανούς. Αυτά τα γεγονότα είναι ενοχλητικά, αλλά πρέπει σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπιστούν, αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι. Είναι η μακρά μας ιστορία εθνικής εκκαθάρισης, στην οποία εκατομμύρια ιθαγενείς Αμερικανοί εκδιώχθηκαν από τη γη τους με σφαγές και αναγκαστικές εκτοπίσεις. Και η μακρά μας ιστορία, που δεν είναι ακόμα πίσω μας, υποδούλωσης, διαχωρισμού και ρατσισμού. Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν μας των ιμπεριαλιστικών κατακτήσεων στην Καραϊβική και στον Ειρηνικό, των επαίσχυντων πολέμων μας ενάντια σε μεγάλες χώρες που είναι το ένα δέκατο της δικής μας: Βιετνάμ, Γρενάδα, Παναμάς, Αφγανιστάν, Ιράκ. Και τη διαρκή ανάμνηση της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι. Δεν είναι μια Ιστορία για την οποία μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι.
Οι ηγέτες μας το θεώρησαν δεδομένο και εγχάραξαν στον νου πολλών ανθρώπων την πεποίθηση ότι έχουμε το δικαίωμα, εξαιτίας της ηθικής μας υπεροχής, να κυριαρχούμε στον κόσμο. Στα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Χένρι Λους, με μια έπαρση που ταίριαζε στον ιδιοκτήτη του «Time», του «Life» και του «Fortune», υποστήριξε ότι ο εικοστός αιώνας ήταν «ο αμερικανικός αιώνας», λέγοντας ότι η νίκη στον πόλεμο έδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες «το δικαίωμα να ασκούν στον κόσμο όλη την επιρροή τους για τους σκοπούς που θεωρούμε κατάλληλους και με τα μέσα που θεωρούμε κατάλληλα». Αυτή η ιδέα έγινε αποδεκτή τόσο από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα όσο και από το Δημοκρατικό. Ο Τζορτζ Μπους, στον εναρκτήριο λόγο του της 20ής Ιανουαρίου 2005, είπε ότι «το να διαδώσουμε την ελευθερία στον κόσμο... είναι η αποστολή του καιρού μας». Μερικά χρόνια πριν, το 1992, ο πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, μιλώντας στην τελετή για την απονομή των πτυχίων της στρατιωτικής ακαδημίας του Γουέστ Πόιντ, δήλωσε ότι «οι αξίες που διδαχθήκατε εδώ θα είναι εκείνες που θα διαδώσετε στη χώρα και στον κόσμο».
Σε τι βασίζεται η ιδέα της ηθικής μας υπεροχής; Σίγουρα όχι στη συμπεριφορά μας προς τους λαούς άλλων μερών του κόσμου. Μήπως βασίζεται στο ότι ζουν καλά οι Αμερικανοί; Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας φτιάχνει μια κατάταξη των χωρών του κόσμου με όρους συνολικής κατάστασης της υγείας και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην 37η θέση, μολονότι ξοδεύουν κατά κεφαλήν περισσότερα από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο. Στην πιο πλούσια χώρα του κόσμου, ένα παιδί στα πέντε γεννιέται φτωχό. Υπάρχουν 40 χώρες που έχουν καλύτερο αποτέλεσμα από τη δική μας στην παιδική θνησιμότητα. Η Κούβα είναι καλύτερη σε αυτό. Και υπάρχει μια σαφής ένδειξη δυσθυμίας στην κοινωνία που ξεπερνάει όλες τις άλλες στον αριθμό των προσώπων που βρίσκονται στη φυλακή: περισσότερα από δύο εκατομμύρια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια πιο έντιμη αξιολόγησή μας ως έθνους θα μας προετοίμαζε για την προσεχή σειρά ψευδών, που θα συνοδέψουν την επόμενη πρόταση να επιβάλουμε την ισχύ μας σε ορισμένα μέρη του κόσμου.
Θα μπορούσαμε όμως και να πειστούμε να δημιουργήσουμε μια διαφορετική Ιστορία, να αποσπάσουμε τη χώρα μας από τους ψεύτες και τους δολοφόνους που την κυβερνούν και να απορρίψουμε την εθνικιστική έπαρση, έτσι ώστε να μπορέσουμε να ενωθούμε με την υπόλοιπη ανθρωπότητα στην κοινή υπόθεση για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη.
ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΖΙΝ